στειλεός

στειλεός
και στελεός, ο, ΝΜΑ, και στελιός Ν, και στείλειός και στελειός και στειλαιός Α
1. μακρύ κυλινδρικό ξύλο που χρησιμεύει ως λαβή ή μοχλός διαφόρων εργαλείων, κν. στειλιάρι
2. συνεκδ. λαβή, χερούλι
αρχ.
1. ρόπαλο
2. λείο και μυτερό κυλινδρικό ξύλο με το οποίο βασάνιζαν τους μοιχούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. στελεά].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • στελεά — και επικ. τ. στελεή και στειλειή και στειλέα, ἡ, Α ξύλινος στειλεός, ξύλινη λαβή εργαλείου. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. στελ εά / στειλ ειή (πρβλ. δωρ εά, νευρ ειή) έχουν σχηματιστεί πιθ. από αμάρτυρο τ. *στέλος και συνδέονται με τα αρμ. stetn, stetun k… …   Dictionary of Greek

  • σκαπάνη — η, ΝΜΑ εργαλείο κατάλληλο για το σκάψιμο τής γης, τσάπα, αξίνα («τὴν γῆν ἐργάζεσθαι καὶ τοῑς ἀρότροις καὶ τῇ σκαπάνῃ», Θεόφρ.) νεοελλ. 1. γενική ονομασία ομάδας γεωργικών και χωματουργικών εργαλείων που αποτελούνται από επίμηκες σιδήριο με οπή… …   Dictionary of Greek

  • στέλεχος — Στη φυτολογία σ. είναι συνώνυμο του βλαστού, που χρησιμοποιείται περισσότερο στην περίπτωση των ποωδών φυτών. Λέγεται και καυλός. Πρόκειται για το όργανο στήριξης στα ανώτερα φυτά. Πάνω σ’ αυτόν βρίσκονται γενικά διάφορα όργανα και κυρίως τα… …   Dictionary of Greek

  • στειλαιός — ὁ, Α βλ. στειλεός …   Dictionary of Greek

  • στειλειός — ὁ, Α βλ. στειλεός …   Dictionary of Greek

  • στειλιάρι — το / στειλιάριον, ΝΜ, και στελιάρι Ν [στε(ι)λεά / στε(ι)λε(ι)ός] 1. ο στειλεός 2. ξύλινο χοντρό ραβδί, ρόπαλο νεοελλ. 1. μτφ. άνθρωπος άξεστος και ανόητος, κούτσουρο 2. φρ. α) «τού δωσε στειλιάρι» τόν έδειρε πολύ, τόν ξυλοκόπησε άγρια β) «θέλει… …   Dictionary of Greek

  • στελεός — ο, ΝΜΑ βλ. στειλεός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”